chiffchaff
chiff
ˈʧɪf
chif
chaff
ʧæf
chāf

Ορισμός και σημασία του "chiffchaff"στα αγγλικά

01

τσιφτσάφι, μικρό πτηνό τρωκτικό εντόμων

a small insect-eating bird with greenish-brown plumage and a distinctive repetitive song 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chiffchaffs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store