chieftain
chief
ˈʧi:f
chif
tain
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "chieftain"στα αγγλικά

01

αρχηγός, προεστός φυλής

the leader of a tribe, clan, or similar social group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
chieftains
αρσενικό ενικό
chieftain
θηλυκό ενικό
chieftainess
neutral form
tribal leader
Παραδείγματα
The chieftain addressed his people before the ceremony. 

Ο αρχηγός απευθύνθηκε στον λαό του πριν από την τελετή.

02

αρχηγός, αφεντικό

a dominant or influential member of an organization, corporation, or group 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The boardroom was dominated by corporate chieftains. 

Η αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου κυριαρχούνταν από εταιρικούς αρχηγούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chieftainship
chieftain
chief
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store