Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chieftain
01
αρχηγός, προεστός φυλής
the leader of a tribe, clan, or similar social group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
chieftains
αρσενικό ενικό
chieftain
θηλυκό ενικό
chieftainess
neutral form
tribal leader
Παραδείγματα
The chieftain addressed his people before the ceremony.
Ο αρχηγός απευθύνθηκε στον λαό του πριν από την τελετή.
02
αρχηγός, αφεντικό
a dominant or influential member of an organization, corporation, or group
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The boardroom was dominated by corporate chieftains.
Η αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου κυριαρχούνταν από εταιρικούς αρχηγούς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chieftainship
chieftain
chief



























