chicken
chi
ˈʧɪ
chi
cken
kən
kēn
quickenthickenstrickensicken

Ορισμός και σημασία του "chicken"στα αγγλικά

01

κοτόπουλο, πτηνοτροφείο

a farm bird that we keep to use its meat and eggs 
chicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chickens
Παραδείγματα
My grandfather used to raise chickens on his farm. 

Ο παππούς μου εκτρεφόταν κότες στο αγρόκτημά του.

1.1

κοτόπουλο, κρέας κοτόπουλου

the flesh of a chicken that we use as food 
chicken definition and meaning
Παραδείγματα
He grilled a juicy chicken breast for his dinner. 
1.2

φοβιτσιάρης, κοτόπουλο

someone who lacks confidence and struggles to make firm decisions 
chicken definition and meaning
Παραδείγματα
He was too much of a chicken to speak in front of the class. 

Ήταν πολύ κότα για να μιλήσει μπροστά στην τάξη.

02

μια παράτολμη διαγωνισμός, μια επικίνδυνη δραστηριότητα που συνεχίζεται μέχρι ένας ανταγωνιστής να φοβηθεί και να σταματήσει

a foolhardy competition; a dangerous activity that is continued until one competitor becomes afraid and stops 
03

παιχνίδι του κοτόπουλου, φυγόπονος

a game in which players engage in a dangerous activity to prove their courage and the first player who gives up loses and is called a chicken 
01

δειλός, κοτόπουλο

overly timid or afraid to take risks 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chicken
συγκριτικός βαθμός
more chicken
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His chicken attitude made him avoid the high-stakes project. 

Η δειλή του συμπεριφορά τον έκανε να αποφύγει το έργο υψηλού κινδύνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store