Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chicken
Παραδείγματα
The little girl giggled as the chickens pecked at her hand.
Το κοριτσάκι γέλασε καθώς τα κοτόπουλα ράμφιζαν το χέρι της.
1.1
κοτόπουλο, κρέας κοτόπουλου
the flesh of a chicken that we use as food
Παραδείγματα
The restaurant served juicy grilled chicken burgers with all the toppings.
Το εστιατόριο σέρβιρε ζουμερά μπιφτέκια κοτόπουλο ψητά με όλα τα τοppings.
1.2
φοβιτσιάρης, κοτόπουλο
someone who lacks confidence and struggles to make firm decisions
Παραδείγματα
Stop being a chicken and go talk to her already.
Σταμάτα να είσαι δειλός και πήγαινε να της μιλήσεις επιτέλους.
02
μια παράτολμη διαγωνισμός, μια επικίνδυνη δραστηριότητα που συνεχίζεται μέχρι ένας ανταγωνιστής να φοβηθεί και να σταματήσει
a foolhardy competition; a dangerous activity that is continued until one competitor becomes afraid and stops
03
παιχνίδι του κοτόπουλου, φυγόπονος
a game in which players engage in a dangerous activity to prove their courage and the first player who gives up loses and is called a chicken
chicken
01
δειλός, κοτόπουλο
overly timid or afraid to take risks
Παραδείγματα
The group needed a leader who was n’t so chicken about taking decisive action.
Η ομάδα χρειαζόταν έναν ηγέτη που δεν ήταν τόσο κότα στο να λαμβάνει αποφασιστικά μέτρα.



























