affecting
a
ə
ē
ffec
ˈfɛk
fek
ting
tɪng
ting
directingdetectingprotectingerecting

Ορισμός και σημασία του "affecting"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, επαφής

causing a strong emotional response, often moving or touching someone deeply 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affecting
συγκριτικός βαθμός
more affecting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affecting scene in the movie left everyone in the theater in tears. 

Η συγκινητική σκηνή της ταινίας άφησε όλους στο θέατρο σε δάκρυα.

Λεξικό Δέντρο

affectingly
unaffecting
affecting
affect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store