affecting
Pronunciation
/əˈfɛktɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "affecting"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, επαφής

causing a strong emotional response, often moving or touching someone deeply
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affecting
συγκριτικός βαθμός
more affecting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affecting photographs of the disaster brought attention to the need for aid.
Οι συγκινητικές φωτογραφίες της καταστροφής τράβηξαν την προσοχή στην ανάγκη για βοήθεια.

Λεξικό Δέντρο

affectingly
unaffecting
affecting
affect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store