Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affected
01
επηρεασμένος, υπό την επήρεια
impacted or influenced by something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affected
συγκριτικός βαθμός
more affected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affected child's behavior was influenced by the presence of other children.
Η συμπεριφορά του επηρεασμένου παιδιού επηρεάστηκε από την παρουσία άλλων παιδιών.
02
επιτηδευμένος, τεχνητός
artificially refined or overly delicate, often appearing insincere
Παραδείγματα
His affected manners made him seem distant and out of touch with the others.
Οι επιτηδευμένες του τρόποι τον έκαναν να φαίνεται απομακρυσμένος και αποσυνδεδεμένος από τους άλλους.
Λεξικό Δέντρο
affectedly
affectedness
disaffected
affected
affect



























