affected
a
ə
ē
ffec
ˈfɛk
fek
ted
tɪd
tid
afflicted

Ορισμός και σημασία του "affected"στα αγγλικά

01

επηρεασμένος, υπό την επήρεια

impacted or influenced by something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affected
συγκριτικός βαθμός
more affected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The affected child's behavior was influenced by the presence of other children. 

Η συμπεριφορά του επηρεασμένου παιδιού επηρεάστηκε από την παρουσία άλλων παιδιών.

02

επιτηδευμένος, τεχνητός

artificially refined or overly delicate, often appearing insincere 
Παραδείγματα
His affected manners made him seem distant and out of touch with the others. 

Οι επιτηδευμένες του τρόποι τον έκαναν να φαίνεται απομακρυσμένος και αποσυνδεδεμένος από τους άλλους.

03

επηρεασμένος, συγκινημένος

displaying an emotional reaction or response 
Παραδείγματα
The affected expressions on their faces showed their emotional response to the music. 

Οι επηρεασμένες εκφράσεις στα πρόσωπά τους έδειχναν τη συναισθηματική τους απόκριση στη μουσική.

Λεξικό Δέντρο

affectedly
affectedness
disaffected
affected
affect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store