Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to affect
01
επηρεάζω, αλλάζω
to cause a change in a person, thing, etc.
Transitive: to affect sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affect
γ΄ ενικό πρόσωπο
affects
ενεστώτα μετοχή
affecting
απλός αόριστος
affected
παθητική μετοχή
affected
Παραδείγματα
The sudden loss of her job profoundly affected her emotional well-being.
Η ξαφνική απώλεια της δουλειάς της επηρέασε βαθιά τη συναισθηματική της ευημερία.
02
επηρεάζω, προκαλώ ασθένεια
to cause illness or medical conditions in an individual
Transitive: to affect sb
Παραδείγματα
The flu virus can quickly affect individuals, causing symptoms such as fever, cough, and fatigue.
Ο ιός της γρίπης μπορεί να επηρεάσει γρήγορα τα άτομα, προκαλώντας συμπτώματα όπως πυρετός, βήχας και κόπωση.
03
προσποιούμαι, επιδίδω
to display or express an emotion, attitude, or demeanor that is not genuinely felt
Transitive: to affect an emotion or attitude
Παραδείγματα
During the job interview, he tried to affect confidence, although he felt nervous inside.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εργασίας, προσπάθησε να επιδείξει αυτοπεποίθηση, αν και αισθανόταν νευρικός εσωτερικά.
04
επηρεάζω, συγκινώ
to produce an emotional or cognitive influence or impact on someone or something
Transitive: to affect sb
Παραδείγματα
The touching documentary about resilience and hope deeply affected the viewers.
Το συγκινητικό ντοκιμαντέρ για την ανθεκτικότητα και την ελπίδα επηρέασε βαθιά τους θεατές.
Affect
01
συγκίνηση, συναισθημα
the conscious subjective aspect of feeling or emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affects
Λεξικό Δέντρο
affected
affecting
affection
affect



























