Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Challah
01
χαλά, εβραϊκό ψωμί
an egg-riched yeast bread that is twisted in braids, eaten by Jewish people to celebrate Sabbath and other holidays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
challahs



























