celeriac
ce
si
le
ˈlɛə
leē
riac
riæk
riāk

Ορισμός και σημασία του "celeriac"στα αγγλικά

01

ριζοσέλινο, σέλινο ρίζας

the knobby edible root of a plant of the celery family that is very scented, eaten as a vegetable 
celeriac definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
celeriacs
Παραδείγματα
He was surprised to find celeriac in the grocery store and couldn't wait to try a new recipe with it. 

Έμεινε έκπληκτος όταν βρήκε σελινόριζα στο παντοπωλείο και δεν μπορούσε να περιμένει να δοκιμάσει μια νέα συνταγή με αυτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store