Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cavil
01
ψευδολογώ, συκοφαντώ
to make objections, often over small details without a good reason
Intransitive: to cavil at sth | to cavil about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cavil
γ΄ ενικό πρόσωπο
cavils
ενεστώτα μετοχή
caviling
απλός αόριστος
caviled
παθητική μετοχή
caviled
Παραδείγματα
Despite the delicious dinner, she couldn't help but cavil about the tablecloth not matching the décor.
Παρά το νόστιμο δείπνο, δεν μπορούσε παρά να ψέξει για το ότι το τραπεζομάντηλο δεν ταίριαζε με τη διακόσμηση.
Cavil
01
μικρολογία, ασήμαντη ένσταση
a minor complaint raised over something of little importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cavils
Παραδείγματα
His only cavil with the new schedule was that coffee breaks weren't long enough.
Η μόνη cavil του με το νέο πρόγραμμα ήταν ότι τα διαλείμματα για καφέ δεν ήταν αρκετά μεγάλα.
Λεξικό Δέντρο
caviler
caviller
cavil



























