Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cavort
01
χοροπηδώ, παίζω με ζωηρά βήματα
to prance or frolic around in a lively and playful manner
Παραδείγματα
They have cavorted through the fields all day, enjoying the freedom of the countryside.
Έχουν χοροπηδήσει στα χωράφια όλη την ημέρα, απολαμβάνοντας την ελευθερία της ύπαιθρου.



























