to caw
caw
kɔ:
κο
sawhawjawdaw

Ορισμός και σημασία του "caw"στα αγγλικά

to caw
01

κραυγάζω, κρακαρίζω

to make the characteristic harsh, guttural cry of a crow or raven 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caw
γ΄ ενικό πρόσωπο
caws
ενεστώτα μετοχή
cawing
απλός αόριστος
cawed
παθητική μετοχή
cawed
01

κραυγή κόρακα, ήχος κόρακα

the sound made by corvine birds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caws

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store