Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caw
01
κραυγάζω, κρακαρίζω
to make the characteristic harsh, guttural cry of a crow or raven
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caw
γ΄ ενικό πρόσωπο
caws
ενεστώτα μετοχή
cawing
απλός αόριστος
cawed
παθητική μετοχή
cawed
Caw
01
κραυγή κόρακα, ήχος κόρακα
the sound made by corvine birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caws



























