Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cavort
01
χοροπηδώ, παίζω με ζωηρά βήματα
to prance or frolic around in a lively and playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cavort
γ΄ ενικό πρόσωπο
cavorts
ενεστώτα μετοχή
cavorting
απλός αόριστος
cavorted
παθητική μετοχή
cavorted
Παραδείγματα
They have cavorted through the fields all day, enjoying the freedom of the countryside.
Έχουν χοροπηδήσει στα χωράφια όλη την ημέρα, απολαμβάνοντας την ελευθερία της ύπαιθρου.



























