Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cavort
01
χοροπηδώ, παίζω με ζωηρά βήματα
to prance or frolic around in a lively and playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cavort
γ΄ ενικό πρόσωπο
cavorts
ενεστώτα μετοχή
cavorting
απλός αόριστος
cavorted
παθητική μετοχή
cavorted
Παραδείγματα
The children cavort around the playground, their laughter filling the air as they chase each other.
Τα παιδιά χοροπηδούν γύρω από την παιδική χαρά, τα γέλια τους γεμίζουν τον αέρα καθώς κυνηγιούνται μεταξύ τους.



























