cavort
ca
κα
vort
ˈvɔrt
βορτ
/kɐvˈɔːt/

Ορισμός και σημασία του "cavort"στα αγγλικά

to cavort
01

χοροπηδώ, παίζω με ζωηρά βήματα

to prance or frolic around in a lively and playful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cavort
γ΄ ενικό πρόσωπο
cavorts
ενεστώτα μετοχή
cavorting
απλός αόριστος
cavorted
παθητική μετοχή
cavorted
Παραδείγματα
They have cavorted through the fields all day, enjoying the freedom of the countryside.
Έχουν χοροπηδήσει στα χωράφια όλη την ημέρα, απολαμβάνοντας την ελευθερία της ύπαιθρου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store