Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causerie
01
κουβέντα
light informal conversation for social occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
causeries
LanGeek



























