Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caution
01
προειδοποιώ, προσέχω
to warn someone of something that could be difficult or dangerous
Transitive: to caution sb about sth
Ditransitive: to caution sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caution
γ΄ ενικό πρόσωπο
cautions
ενεστώτα μετοχή
cautioning
απλός αόριστος
cautioned
παθητική μετοχή
cautioned
Παραδείγματα
The doctor cautioned the patient about the potential side effects of the medication.
Ο γιατρός προειδοποίησε τον ασθενή για τις πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου.
Caution
01
προσοχή, συνεκτικότητα
the quality of being careful and attentive to possible danger or risk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her natural caution kept her from slipping on the icy sidewalk.
Η φυσική της προσοχή την εμπόδισε να γλιστρήσει στον παγωμένο πεζοδρόμιο.
02
προσοχή, προφύλαξη
prudence in avoiding harm, danger, or mistakes
Παραδείγματα
The surgeon acted with caution during the delicate procedure.
Ο χειρουργός ενεργούσε με προσοχή κατά τη διάρκεια της λεπτής διαδικασίας.
03
προειδοποίηση, προσοχή
a piece of advice or a warning
Παραδείγματα
She ignored the caution from her doctor about overexerting herself after surgery and ended up prolonging her recovery.
Αγνόησε την προειδοποίηση του γιατρού της για την υπερκόπωση μετά την εγχείρηση και κατέληξε να παρατείνει την ανάρρωσή της.



























