caution
cau
ˈkɑ
κα
tion
ʃən
σαν
/ˈkɔːʃən/

Ορισμός και σημασία του "caution"στα αγγλικά

to caution
01

προειδοποιώ, προσέχω

to warn someone of something that could be difficult or dangerous
Transitive: to caution sb about sth
Ditransitive: to caution sb to do sth
to caution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caution
γ΄ ενικό πρόσωπο
cautions
ενεστώτα μετοχή
cautioning
απλός αόριστος
cautioned
παθητική μετοχή
cautioned
Παραδείγματα
The parent was cautioning the child not to wander too far from the playground.
Ο γονέας προειδοποιούσε το παιδί να μην απομακρυνθεί πολύ από την παιδική χαρά.
01

προσοχή, συνεκτικότητα

the quality of being careful and attentive to possible danger or risk
caution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His caution prevented costly mistakes.
Η προσοχή του απέτρεψε δαπανηρά λάθη.
02

προσοχή, προφύλαξη

prudence in avoiding harm, danger, or mistakes
Παραδείγματα
The teacher advised caution while climbing the ladder.
Ο δάσκαλος συμβούλεψε προσοχή κατά την ανάβαση της σκάλας.
03

προειδοποίηση, προσοχή

a piece of advice or a warning
Παραδείγματα
The guide provided a caution to hikers about the slippery terrain and steep cliffs along the trail.
Ο οδηγός έδωσε μια προειδοποίηση στους πεζοπόρους για το ολισθηρό έδαφος και τους απότομους βράχους κατά μήκος του μονοπατιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store