Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adult
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adults
Παραδείγματα
Adults have the freedom to make their own decisions and choices.
Οι ενήλικες έχουν την ελευθερία να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις και επιλογές.
02
ενήλικας, ώριμο άτομο
any mature animal
adult
01
ενήλικας, ώριμος
fully developed and mature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adult
συγκριτικός βαθμός
more adult
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, biology, age
Παραδείγματα
The adult cat is independent and no longer requires constant care like a kitten.
Η ενήλικη γάτα είναι ανεξάρτητη και δεν απαιτεί πλέον συνεχή φροντίδα όπως ένα γατάκι.
02
ερωτικός, λαγνεία
designed to arouse lust
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
adulthood
adult



























