adult
a
ˈæ
ā
dult
dʌlt
dalt
adust

Ορισμός και σημασία του "adult"στα αγγλικά

01

ενήλικας, ενήλικο άτομο

a fully grown man or woman 
adult definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adults
Παραδείγματα
Adults have the freedom to make their own decisions and choices. 

Οι ενήλικες έχουν την ελευθερία να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις και επιλογές.

02

ενήλικας, ώριμο άτομο

any mature animal 
01

ενήλικας, ώριμος

fully developed and mature 
adult definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adult
συγκριτικός βαθμός
more adult
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, biology, age
Παραδείγματα
The adult cat is independent and no longer requires constant care like a kitten. 

Η ενήλικη γάτα είναι ανεξάρτητη και δεν απαιτεί πλέον συνεχή φροντίδα όπως ένα γατάκι.

02

ερωτικός, λαγνεία

designed to arouse lust 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adulthood
adult
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store