Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ADSL
01
ADSL, Ασύμμετρη Ψηφιακή Γραμμή Συνδρομητή
a method of connecting to the Internet using a phone line that allows you to use that phone line at the same time
Παραδείγματα
Students in remote areas rely on ADSL connections for online learning and research.
Οι μαθητές σε απομακρυσμένες περιοχές βασίζονται στις συνδέσεις ADSL για ηλεκτρονική μάθηση και έρευνα.



























