adsl
ad
ˈæd
αιντ
sl
səl
σαλ

Ορισμός και σημασία του "ADSL"στα αγγλικά

01

ADSL, Ασύμμετρη Ψηφιακή Γραμμή Συνδρομητή

a method of connecting to the Internet using a phone line that allows you to use that phone line at the same time 
ADSL definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ADSLs
Παραδείγματα
Many homes and businesses use ADSL to access high-speed Internet without fiber optic cables. 

Πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ADSL για πρόσβαση σε υψηλής ταχύτητας Διαδίκτυο χωρίς οπτικές ίνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store