Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adulterate
01
νοθεύω, αλλοιώνω
to corrupt something by adding inferior substances, especially to reduce its purity or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adulterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
adulterates
ενεστώτα μετοχή
adulterating
απλός αόριστος
adulterated
παθητική μετοχή
adulterated
Παραδείγματα
He refused to adulterate his principles for political gain.
Αρνήθηκε να νοθεύσει τις αρχές του για πολιτικό όφελος.
adulterate
01
παραποιημένος, νοθευμένος
containing foreign or inferior substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adulterate
συγκριτικός βαθμός
more adulterate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The perfume smelled harsh due to its adulterate ingredients.
Το άρωμα μύριζε απότομα λόγω των νοθευμένων συστατικών του.
Λεξικό Δέντρο
adulterated
adulterating
adulteration
adulterate
adulter



























