Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adulterate
01
νοθεύω, αλλοιώνω
to corrupt something by adding inferior substances, especially to reduce its purity or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adulterate
γ΄ ενικό πρόσωπο
adulterates
ενεστώτα μετοχή
adulterating
απλός αόριστος
adulterated
παθητική μετοχή
adulterated
Παραδείγματα
The vendor was fined for adulterating olive oil with cheaper vegetable oils.
Ο πωλητής επιβλήθηκε πρόστιμο για νόθευση ελαιολάδου με φθηνότερα φυτικά έλαια.
adulterate
01
παραποιημένος, νοθευμένος
containing foreign or inferior substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adulterate
συγκριτικός βαθμός
more adulterate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lab confirmed the powder was adulterate and unsafe for consumption.
Το εργαστήριο επιβεβαίωσε ότι η σκόνη ήταν παραποιημένη και μη ασφαλής για κατανάλωση.
Λεξικό Δέντρο
adulterated
adulterating
adulteration
adulterate
adulter



























