adored
a
ə
α
dored
ˈdɔrd
ντορντ
/ɐdˈɔːd/

Ορισμός και σημασία του "adored"στα αγγλικά

01

λατρεμένος, αγαπημένος

deeply loved or cherished
Παραδείγματα
The adored book on the shelf was filled with personal notes and highlights from years of reading.
Το αγαπημένο βιβλίο στο ράφι ήταν γεμάτο με προσωπικές σημειώσεις και επισημάνσεις από χρόνια ανάγνωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store