adored
a
ə
ē
dored
ˈdɔ:d
dawd
adorned

Ορισμός και σημασία του "adored"στα αγγλικά

01

λατρεμένος, αγαπημένος

deeply loved or cherished 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adored
συγκριτικός βαθμός
more adored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adored puppy followed its owner around the house, wagging its tail excitedly. 

Το αγαπημένο κουτάβι ακολουθούσε τον ιδιοκτήτη του γύρω από το σπίτι, κουνώντας ενθουσιωδώς την ουρά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store