canny
ca
ˈkæ
nny
ni
ni
cantycrannycarnycandy

Ορισμός και σημασία του "canny"στα αγγλικά

01

έξυπνος, πανούργος

shrewd, astute, and clever in their dealings or decision-making 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
canniest
συγκριτικός βαθμός
cannier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His canny investment decisions allowed him to amass wealth steadily over the years. 

Οι έξυπνες επενδυτικές αποφάσεις του του επέτρεψαν να συσσωρεύει πλούτο σταθερά με τα χρόνια.

Λεξικό Δέντρο

cannily
uncanny
canny
can
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store