Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admonitory
01
προειδοποιητικός, συμβουλευτικός
providing advice to be careful or cautious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most admonitory
συγκριτικός βαθμός
more admonitory
διαβαθμίσιμο
02
επιτιμητικός, κατακριτικός
expressing reproof or reproach especially as a corrective
Λεξικό Δέντρο
admonitory
admon



























