ado
a
ə
ē
do
ˈdu:
doo
gnudewcuehew

Ορισμός και σημασία του "ado"στα αγγλικά

01

περιττή φασαρία, θόρυβος

unnecessary fuss or trouble 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Without further ado, let's begin the meeting and address the important matters at hand. 

Χωρίς περαιτέρω ado, ας ξεκινήσουμε τη συνάντηση και ας αντιμετωπίσουμε τα σημαντικά θέματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store