Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cadge
01
επαιτώ, ζητιανεύω
to obtain something, often by imposing on others, without intending to repay or reciprocate the favor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cadge
γ΄ ενικό πρόσωπο
cadges
ενεστώτα μετοχή
cadging
απλός αόριστος
cadged
παθητική μετοχή
cadged
Παραδείγματα
She often cadges rides from her coworkers when she doesn't feel like taking the bus.
Συχνά ζητάει μετακινήσεις από τους συναδέλφους της όταν δεν θέλει να πάρει το λεωφορείο.
Λεξικό Δέντρο
cadger
cadge



























