Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cadge
01
επαιτώ, ζητιανεύω
to obtain something, often by imposing on others, without intending to repay or reciprocate the favor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cadge
γ΄ ενικό πρόσωπο
cadges
ενεστώτα μετοχή
cadging
απλός αόριστος
cadged
παθητική μετοχή
cadged
Παραδείγματα
I will not allow him to cadge off me anymore; he needs to learn to be more independent.
Δεν θα του επιτρέψω να επαιτεύει πια από μένα· πρέπει να μάθει να είναι πιο ανεξάρτητος.
Λεξικό Δέντρο
cadger
cadge



























