cadet
ca
det
ˈdɛt
det
caretcapetcadent

Ορισμός και σημασία του "cadet"στα αγγλικά

01

καδέτος, στρατιωτικός μαθητής

a student or trainee, especially one in a military academy or a program preparing for a career in the armed forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cadets
Παραδείγματα
The cadet showed great discipline and determination during the rigorous training at the military academy. 

Ο Στρατιωτικός Σπουδαστής έδειξε μεγάλη πειθαρχία και αποφασιστικότητα κατά την αυστηρή εκπαίδευση στη στρατιωτική ακαδημία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cadetship
cadet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store