bygone
by
ˈbaɪ
bai
gone
gɒn
gon
begone

Ορισμός και σημασία του "bygone"στα αγγλικά

01

παρελθόν, αναμνήσεις

past events or experiences that are considered over and should be put aside or forgotten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bygones
Παραδείγματα
Let’s not dwell on bygones; it’s time to move forward. 

Ας μην επικεντρωθούμε στα περασμένα· είναι ώρα να προχωρήσουμε μπροστά.

02

υπόλειμμα, αναμνηστικό

an object that comes from a previous or earlier time 
Παραδείγματα
The museum features an impressive array of rural bygones, showcasing the tools of past generations. 

Το μουσείο διαθέτει μια εντυπωσιακή συλλογή αγροτικών παρελθόντων αντικειμένων, που παρουσιάζουν τα εργαλεία των προηγούμενων γενεών.

01

παρελθόν, παλιός

belonging to an earlier time, typically something that is no longer in existence or relevant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bygone
συγκριτικός βαθμός
more bygone
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The village is filled with remnants of bygone eras, such as old buildings and cobblestone streets. 

Το χωριό είναι γεμάτο με απομεινάρια παρελθόντων εποχών, όπως παλιά κτίρια και πλακόστρωτους δρόμους.

02

ξεπερασμένος, παλιός

outdated and no longer in use or relevant 
Παραδείγματα
The museum showcased bygone fashions that were once popular in the early 1900s. 

Το μουσείο παρουσίασε παλιές μόδες που ήταν κάποτε δημοφιλείς στις αρχές του 1900.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store