bylaw
by
ˈbaɪ
μπαι
law
lɔ:
λο
by-law
bylaws
bye-law

Ορισμός και σημασία του "bylaw"στα αγγλικά

01

κανονισμός, διατάγματα

a set of rules or directives made and maintained by an authority, especially in order to regulate conduct 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bylaws

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store