Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bypass
01
παράκαμψη, περιφερειακή οδός
a highway or route built to divert traffic around a town or city center
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bypasses
Παραδείγματα
The new bypass reduced congestion in the downtown area.
Η νέα παράκαμψη μείωσε τη συμφόρηση στην κεντρική περιοχή.
02
παράκαμψη, bypass
a low-resistance conductor connected in parallel with another device to divert part of the current
Παραδείγματα
The technician installed a bypass to protect the circuit from overload.
Ο τεχνικός εγκατέστησε ένα bypass για να προστατεύσει το κύκλωμα από υπερφόρτωση.
to bypass
01
παρακάμπτω, αποφεύγω
to navigate around or avoid something by taking an alternative route or direction
Transitive: to bypass a route or area [adj]
Παραδείγματα
Due to road construction, drivers had to bypass the usual route.
Λόγω οδοποιίας, οι οδηγοί έπρεπε να παρακάμψουν τη συνηθισμένη διαδρομή.
02
παρακάμπτω, αποφεύγω
to circumvent or avoid something, especially cleverly or illegally
Transitive: to bypass an obstacle or problem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bypass
γ΄ ενικό πρόσωπο
bypasses
ενεστώτα μετοχή
bypassing
απλός αόριστος
bypassed
παθητική μετοχή
bypassed
Παραδείγματα
The engineer designed a system to bypass the faulty circuit and ensure the smooth operation of the machinery.
Ο μηχανικός σχεδίασε ένα σύστημα για να παρακάμψει το ελαττωματικό κύκλωμα και να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία του μηχανήματος.



























