butterball
butterball
bʌtəbɔ:l
batēbawl

Ορισμός και σημασία του "butterball"στα αγγλικά

01

χοντρούλης, στρουμπουλός

a person who is overweight or chubby 
butterball definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butterballs
Παραδείγματα
The kids teased the chubby boy by calling him butterball. 

Τα παιδιά πείραξαν το παχουλό αγόρι αποκαλώντας το βουτυρόμπαλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store