buttercup
buttercup
bʌtəkʌp
batēkap

Ορισμός και σημασία του "buttercup"στα αγγλικά

01

νουνούχος, χρυσό κουμπί

a wild plant with cup-shaped flowers that are small, bright, and yellow 
buttercup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
buttercups

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

buttercup

butter

+

cup

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store