butterfat
butterfat
'bʌtəfæt
batēfāt

Ορισμός και σημασία του "butterfat"στα αγγλικά

01

λιπαρό γάλακτος, κρέμα γάλακτος

the fatty component of milk that is used to make butter and contributes to its rich and creamy texture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butterfats
Παραδείγματα
My mother always uses the rich butterfat to make decadent pastries and cakes. 

Η μητέρα μου χρησιμοποιεί πάντα το βουτυρόλιπος για να φτιάχνει πολυτελή γλυκά και κέικ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store