butterfat
Pronunciation
/ˈbətɝˌfæt/

Ορισμός και σημασία του "butterfat"στα αγγλικά

01

λιπαρό γάλακτος, κρέμα γάλακτος

the fatty component of milk that is used to make butter and contributes to its rich and creamy texture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She enjoyed spreading the creamy butterfat on her warm toast.
Απολάμβανε να απλώνει το γαλακτωματικό λίπος στο ζεστό της τοστ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store