Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
busy
01
απασχολημένος, πολυάσχολος
having so many things to do in a way that leaves not much free time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
busiest
συγκριτικός βαθμός
busier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As a student, Jenny is always busy with assignments, exams, and extracurricular activities.
Ως φοιτήτρια, η Τζένη είναι πάντα απασχολημένη με εργασίες, εξετάσεις και εξωσχολικές δραστηριότητες.
02
απασχολημένος
(of a phone line) engaged in a call, meaning no new calls can be connected at that time
Dialect
American
Παραδείγματα
She kept getting a busy signal when she tried to call her friend.
Συνέχιζε να λαμβάνει ένα σήμα απασχολημένου όταν προσπαθούσε να καλέσει τη φίλη της.
03
ζωντανός, γερμάτος
(of a place) full of activity or people
Παραδείγματα
The market was busy with shoppers looking for fresh produce.
Η αγορά ήταν γενάτη με πωλητές που έψαχναν για φρέσκα προϊόντα.
04
υπερφορτωμένος, πολύ λεπτομερής
overly detailed, cluttered, or visually complex
Παραδείγματα
The wallpaper was too busy for the small room.
Η ταπετσαρία ήταν πολύ πλούσια για το μικρό δωμάτιο.
05
αδιάκριτος, παρεμβατικός
intrusive, meddling, or offensively interfering
Παραδείγματα
A busy neighbor complained about every minor issue.
Ένας αδιάκριτος γείτονας παραπονέθηκε για κάθε μικρό ζήτημα.
to busy
01
απασχολούμαι, ασχολούμαι
to occupy oneself with tasks or activities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
busy
γ΄ ενικό πρόσωπο
busies
ενεστώτα μετοχή
busying
απλός αόριστος
busied
παθητική μετοχή
busied
Παραδείγματα
She busied herself with cleaning the kitchen.
Ασχολήθηκε με το καθάρισμα της κουζίνας.
Λεξικό Δέντρο
busily
business
busyness
busy



























