busted
bus
ˈbʌs
bas
ted
tɪd
tid
bushed

Ορισμός και σημασία του "busted"στα αγγλικά

01

σπασμένος, χαλασμένος

out of working order (busted' is an informal substitute for broken') 
busted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most busted
συγκριτικός βαθμός
more busted
διαβαθμίσιμο
02

κουρασμένος/η, ξεπερασμένος/η

looking rough, unattractive, or tired 
αργκό
Παραδείγματα
She looked completely busted after the long flight. 

Μετά από την πολύωρη πτήση φαινόταν εντελώς καταβεβλημένη.

Λεξικό Δέντρο

busted
bust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store