Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
busted
01
σπασμένος, χαλασμένος
out of working order (`busted' is an informal substitute for `broken')
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most busted
συγκριτικός βαθμός
more busted
διαβαθμίσιμο
02
κουρασμένος/η, ξεπερασμένος/η
looking rough, unattractive, or tired
Slang
Παραδείγματα
I felt busted after running a marathon in the heat.
Αισθάνθηκα ξεβρακωμένος αφού έτρεξα ένα μαραθώνιο στη ζέστη.



























