Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bum
01
αλήτης, άστεγος
a vagrant
02
πισινός, κώλος
the fleshy part at the back of the body
Dialect
British
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He slipped on the wet floor and landed hard on his bum.
Γλίστρησε στο βρεγμένο πάτωμα και έπεσε με δύναμη στον πισινό του.
03
τεμπέλης, αχρείος
a person regarded as despicable, lazy, or worthless
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bums
Παραδείγματα
That bum hasn't worked a day in his life.
Αυτός ο τεμπέλης δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του.
04
αποτυχημένος, θλιμμένος
someone who is feeling disappointed, down, or depressed, often due to a situation not going as expected
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I felt like a total bum after missing the opportunity.
Ένιωσα σαν ένας απόλυτος αποτυχημένος αφού έχασα την ευκαιρία.
to bum
01
ζητιανεύω, ζητώ
to get something through asking without offering anything in exchange
Transitive: to bum sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bum
γ΄ ενικό πρόσωπο
bums
ενεστώτα μετοχή
bumming
απλός αόριστος
bummed
παθητική μετοχή
bummed
Παραδείγματα
He decided to bum a ride from his friend instead of taking the bus.
Αποφάσισε να ζητήσει μια βόλτα από τον φίλο του αντί να πάρει το λεωφορείο.
02
απογοητεύω, θλίβω
to make someone feel unhappy or disappointed
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The bad news really bummed her out.
Τα κακά νέα την απογοήτευσαν πραγματικά.
bum
01
πολύ κακής ποιότητας, εύθραυστο
of very poor quality; flimsy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bummest
συγκριτικός βαθμός
bummer
διαβαθμίσιμο



























