Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulrush
01
βούρλο, καλαμιά
a tall, marsh-dwelling plant characterized by cylindrical stems and often found in wetlands or along the edges of bodies of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulrushes
Παραδείγματα
Along the edges of the tranquil marsh, clusters of bulrushes swayed gently in the breeze, their slender stems reaching toward the sky.
Κατά μήκος των άκρων της ήρεμης έλους, τσαμπιά από καλάμι κουνιόντουσαν απαλά στο αεράκι, τα λεπτά τους στέλεχη να φτάνουν προς τον ουρανό.



























