Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulwark
01
ένα παράκτιο τείχος, ένα προστατευτικό ανάχωμα
a solid wall or barrier built along the shore to protect land or beaches from erosion and strong waves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulwarks
Παραδείγματα
Without a proper bulwark, the shoreline would gradually disappear.
Χωρίς ένα κατάλληλο προστατευτικό φράγμα, η ακτογραμμή θα εξαφανιζόταν σταδιακά.
02
προμαχώνας, οχύρωμα
a raised earthwork, wall, or other structure built to protect an area or fortification from attack
Παραδείγματα
The attackers struggled to breach the stone bulwark.
Οι επιτιθέμενοι αγωνίστηκαν να διαπεράσουν το πέτρινο προπύργιο.
03
κουβέρτα, προστατευτικό φράγμα
a protective, fence-like structure built around the deck of a ship to prevent people or objects from falling overboard
Παραδείγματα
The crew repainted the wooden bulwark to prevent rotting.
Το πλήρωμα ξαναβάψει το ξύλινο κουβέρτι για να αποτρέψει τη σήψη.
to bulwark
01
προστατεύω, υπερασπίζομαι
to defend or protect something by serving as a strong barrier against potential harm or danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulwark
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulwarks
ενεστώτα μετοχή
bulwarking
απλός αόριστος
bulwarked
παθητική μετοχή
bulwarked
Παραδείγματα
If we reinforce the levees now, we can bulwark the town against future flooding events.
Αν ενισχύσουμε τα φράγματα τώρα, μπορούμε να προστατεύσουμε την πόλη από μελλοντικές πλημμύρες.



























