Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bug out
01
ξεφυτρώνω, προεξέχω
(of eyes) to protrude or bulge, often from surprise or shock
Intransitive
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bug
ενεστώτας
bug out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bugs out
ενεστώτα μετοχή
bugging out
απλός αόριστος
bugged out
παθητική μετοχή
bugged out
Παραδείγματα
His eyes bugged out when he saw the massive bonus on his paycheck.
Τα μάτια του βγήκαν απ' τις κόγχες όταν είδε το τεράστιο μπόνους στο μισθολόγιό του.
02
πανικοβάλλομαι, παρανοώ
to act anxious, paranoid, or overreact to a situation
αργκό
Παραδείγματα
You're bugging out over missing one email; relax.
Πανικοβάλλεσαι επειδή έχασες ένα email; χαλάρωσε.



























