Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bug out
01
ξεφυτρώνω, προεξέχω
(of eyes) to protrude or bulge, often from surprise or shock
Intransitive
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bug
ενεστώτας
bug out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bugs out
ενεστώτα μετοχή
bugging out
απλός αόριστος
bugged out
παθητική μετοχή
bugged out
Παραδείγματα
I almost bugged out seeing the huge crowd at the product launch.
Σχεδόν βγάλω τα μάτια μου βλέποντας τον τεράστιο όχλο στην έναρξη του προϊόντος.
02
πανικοβάλλομαι, παρανοώ
to act anxious, paranoid, or overreact to a situation
slang
Παραδείγματα
I almost bugged out when the presentation would n't load on my laptop.
Παραλίγο να τρελαθώ όταν η παρουσίαση δεν φορτωνόταν στο laptop μου.



























