Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Budget
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
budgets
Παραδείγματα
The project has a strict budget for equipment.
Το έργο έχει έναν αυστηρό προϋπολογισμό για τον εξοπλισμό.
02
προϋπολογισμός, ετήσιος προϋπολογισμός
a plan listing expected expenses and how those costs will be funded
Παραδείγματα
The city council reviewed the annual budget.
Το δημοτικό συμβούλιο εξέτασε τον ετήσιο προϋπολογισμό.
to budget
01
προϋπολογίζω, κατανέμω προϋπολογισμό
to assign a sum of money to a specific purpose
Transitive: to budget money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
budget
γ΄ ενικό πρόσωπο
budgets
ενεστώτα μετοχή
budgeting
απλός αόριστος
budgeted
παθητική μετοχή
budgeted
Παραδείγματα
Families budget their monthly income to cover expenses such as rent, groceries, and utilities.
Οι οικογένειες προϋπολογίζουν το μηνιαίο εισόδημά τους για να καλύψουν έξοδα όπως ενοίκιο, είδη παντοπωλείου και κοινόχρηστα.
budget
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most budget
συγκριτικός βαθμός
more budget
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They chose a budget hotel for their stay to save money.
Επέλεξαν ένα οικονομικό ξενοδοχείο για τη διαμονή τους για να εξοικονομήσουν χρήματα.



























