Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring about
01
προκαλώ, επιφέρω
to be the reason for a specific incident or result
Transitive: to bring about a change or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
about
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring about
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings about
ενεστώτα μετοχή
bringing about
απλός αόριστος
brought about
παθητική μετοχή
brought about
Παραδείγματα
The negotiations brought about a resolution to the conflict.
Οι διαπραγματεύσεις έφεραν μια λύση στη διαμάχη.
02
αλλάζω κατεύθυνση, στρίβω
to cause a ship or boat to face a different direction
Transitive: to bring about sth
Παραδείγματα
Bringing about the yacht smoothly required precise coordination.
Η στροφή του γιοτ ομαλά απαιτούσε ακριβή συντονισμό.



























