Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brilliant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brilliant
συγκριτικός βαθμός
more brilliant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's a brilliant coach who always gets the best out of his team.
Είναι ένας εξαιρετικός προπονητής που πάντα βγάζει το καλύτερο από την ομάδα του.
02
λαμπρός, εξαιρετικός
exceptionally impressive or outstanding
Dialect
British
Παραδείγματα
Her brilliant performance earned her a standing ovation.
Η λαμπρή της ερμηνεία της χάρισε μια ορθή επευφημία.
03
λαμπερός, αστραφτερός
intensely bright and radiant, often characterized by vivid and dazzling hues
Παραδείγματα
The artist used brilliant colors to make the painting stand out and grab attention.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε λαμπερά χρώματα για να κάνει τον πίνακα να ξεχωρίζει και να τραβάει την προσοχή.
Παραδείγματα
The brilliant stars filled the night sky, creating a breathtaking view.
Τα λαμπερά αστέρια γέμισαν τον νυχτερινό ουρανό, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή θέα.
05
λαμπρός, μεγαλοπρεπής
characterized by grandeur
06
λαμπερός, κοφτερός
clear and sharp and ringing
07
λαμπρός, εξαιρετικός
very good at accomplishing a desired result
Brilliant
01
διαμάντι, πολύτιμος λίθος
a precious gemstone, particularly a diamond, that is cut with numerous facets to reflect light and create a dazzling appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brilliants
Λεξικό Δέντρο
brilliantly
brilliant
brilli



























