Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preemptively
01
προληπτικά, με προληπτικό τρόπο
in a way that prevents something from happening by taking action ahead of time
Παραδείγματα
The police acted preemptively to prevent further violence.
Η αστυνομία ενέργησε προληπτικά για να αποτρέψει περαιτέρω βία.
Λεξικό Δέντρο
preemptively
preemptive
preempt



























