distinguishing
dis
ˈdɪs
ντισ
ting
tɪng
τινγκ
ui
ουι
shing
ʃɪng
σινγκ
extinguishing

Ορισμός και σημασία του "distinguishing"στα αγγλικά

distinguishing
01

χαρακτηριστικός, διακριτικός

serving to identify or characterize 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distinguishing
συγκριτικός βαθμός
more distinguishing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
identification, characteristics, perception
Παραδείγματα
Her distinguishing feature was her bright red hair, which made her easy to spot in a crowd. 

Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα ήταν τα φωτεινά κόκκινα μαλλιά της, που την έκαναν εύκολα αναγνωρίσιμη στο πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store