Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distinguishing
01
χαρακτηριστικός, διακριτικός
serving to identify or characterize
Παραδείγματα
One of the distinguishing factors of this brand is its commitment to sustainability.
Ένας από τους διακριτικούς παράγοντες αυτής της μάρκας είναι η δέσμευσή της για τη βιωσιμότητα.



























