Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to daresay
01
τολμώ να πω, αφήνομαι να πω
to confidently express an opinion or assumption, often with a tone of modesty or politeness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
daresay
γ΄ ενικό πρόσωπο
daresays
ενεστώτα μετοχή
daresaying
απλός αόριστος
daresaid
παθητική μετοχή
daresaid
Παραδείγματα
I daresay he’ll finish the project on time.
Τολμώ να πω ότι θα ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.



























