in-depth
in
ɪn
ιν
depth
dɛpθ
ντεπθ
depth
in depth

Ορισμός και σημασία του "in-depth"στα αγγλικά

01

ενδελεχής, λεπτομερής

thorough and detailed, covering all aspects of a topic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in-depth
συγκριτικός βαθμός
more in-depth
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
analysis, knowledge, investigation
Παραδείγματα
The documentary provides an in-depth look at climate change. 

Το ντοκιμαντέρ προσφέρει μια ενδελεχή ματιά στην κλιματική αλλαγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store